Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

«Σκοτώνουν» τον ελληνικό μοντερνισμό


H προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στον τόπο μας, ιδιαίτερα της μοντέρνας, είναι κάτι άγνωστο τόσο στην Πολιτεία όσο και στην κοινωνία γενικότερα

ΤΑΣΗΣ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ

Ξενοδοχείο «Τρίτων» στην Άνδρο, 1958, έργο του Άρη Κωνσταντινίδη. Το κτίριο βρίσκεται σήμερα σε ερειπιώδη κατάσταση, για πάρα πολλά χρόνια εγκαταλελειμμένο στη μοίρα του














Μερίδιο σ' αυτήν την ευθύνη που είναι συλλογική έχουμε όλοι μας και το γεγονός αυτό φανερώνει με τον πιο έντονο και αποκαλυπτικό τρόπο την πολιτιστική στάθμη της χώρας μας.
Παρότι επανειλημμένως αρκετοί αρχιτέκτονες μέσα από άρθρα τους στον ημερήσιο Τύπο έχουν επιστήσει την προσοχή όλων στην προστασία και στη διατήρηση της σύγχρονης αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς, οι αρμόδιοι φορείς δείχνουν να μην ενδιαφέρονται και να μην τους απασχολεί το θέμα, οι δε πολίτες επιδεικνύουν μια πρωτοφανή απάθεια και αδιαφορία γι' αυτό που αποτελεί την πιο σημαντική αρχιτεκτονική παρακαταθήκη της γενιάς που έφυγε.
Προκαλεί ιδιαίτερη θλίψη και απογοήτευση το γεγονός ότι στις ημέρες μας δεν σεβόμαστε τίποτα, με αποτέλεσμα να μη «μιλάει» πλέον στην καρδιά μας και να μη μας αγγίζει καθόλου η καλή αρχιτεκτονική. Και αυτά που μας φαίνονται οικεία και γνώριμα να είναι ό,τι μας έχει εντυπωθεί στο μάτι, αλλά και στο μυαλό μας, από αυτά που βλέπουμε στην τηλεόραση ή στα ιλουστρασιόν περιοδικά που ξεφυλλίζουμε. Κτίρια που εύκολα μας εντυπωσιάζουν με τις καινούργιες εκκεντρικότητές τους και τις αλλοπρόσαλλες μορφές τους, με αποτέλεσμα να έχει χαλάσει για τα καλά η όρασή μας. Αλλά μαζί με την όρασή μας έχει αλλοιωθεί φαίνεται και η ίδια μας η ζωή, έτσι που συμπεριφερόμαστε σε κτίρια μοναδικά.
Καταστρέψαμε τα παλιά αθηναϊκά σπίτια με τις υπέροχες αυλές, τα όμορφα νεοκλασικά που χαρακτήριζαν την πόλη μας, τα λιτά μεσοπολεμικά που δεν κατάφεραν καλά καλά να διηγηθούν τη δική τους ιστορία, αλλά και στις ημέρες μας κατεδαφίζουμε ό,τι πολυτιμότερο και αντιπροσωπευτικότερο έχει να επιδείξει αυτή η πόλη από τη σύγχρονη ιστορία της.
Στην Ελλάδα αρχίζουμε να ασχολούμαστε με την κληρονομιά μας (κάθε είδους κληρονομιά), όταν σχεδόν την έχουμε καταστρέψει ολοκληρωτικά. Ένα αρχιτεκτονικό έργο όμως ή ένα έργο τέχνης πρέπει να είμαστε σε θέση να το αξιολογούμε και να το προστατεύουμε, ανεξάρτητα σε ποια εποχή ανήκει!
Το τι σε μια κοινωνία λειτουργεί ως πρότυπο, η παιδεία του Νεοέλληνα σχετικά με ζητήματα αρχιτεκτονικής, πολεοδομίας, οικολογίας κ.λπ., είναι θέματα που πρέπει πρωτίστως να μας ενδιαφέρουν όλους και δεν αποτελούν αντικείμενο μόνο κάποιων ειδικών επιστημόνων. Στις χώρες της Ευρώπης, που τόσο «όλοι μας θέλουμε» να αναφερόμαστε, τέτοια ζητήματα έχουν από καιρό λυθεί, όχι γιατί έχουν υπογραφεί συνθήκες ή κανονισμοί, αλλά γιατί η ίδια η κοινωνία, ο απλός πολίτης, αντιλαμβάνεται, κατανοεί και κυρίως θεωρεί δική του τη σύγχρονη αρχιτεκτονική του κληρονομιά.
Τόσα έργα σημαντικών αρχιτεκτόνων της γενιάς που έφυγε (Μητσάκης, Καραντινός, Κωνσταντινίδης, Ζενέτος, Κραντονέλλης κ.ά.) στέκουν μόνα και έρημα στη ζούγκλα της σύγχρονης πόλης. Έργα εξαιρετικά, τα οποία αποτελούν σταθμούς στον κτιριακό μας πολιτισμό και διηγούνται με τον καλύτερο τρόπο την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. H κοφτερή, λιτή και πρισματική μορφή τους, τα καθαρά περιγράμματα και οι απλές φόρμες, η αυστηρή λογική και η ξεκάθαρη κεντρική τους ιδέα, η παντελής απουσία περιττού και ανούσιου διακόσμου, η άμεση συσχέτιση περιεχομένου και κελύφους και, πάνω απ' όλα, η επιμονή στη σωστή λειτουργική επίλυση του κτιριολογικού προγράμματος χαρακτηρίζει τα κτίρια της περιόδου αυτής.
Δυστυχώς, πολλά από αυτά τα κτίρια, ίσως τα περισσότερα, είτε ρημάζουν χωρίς καμία φροντίδα και στοιχειώδη συντήρηση είτε κακοποιούνται βάναυσα, έτσι που στο τέλος να αλλοιώνεται ανεπανόρθωτα η αρχιτεκτονική τους φυσιογνωμία και ποιότητα! Προτού καλά καλά μας πληροφορήσουν για τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, έτσι που να μπορούμε να διακρίνουμε τη σχέση της παλαιότερης με τη νεώτερη αρχιτεκτονική, τα έχουμε κατεδαφίσει κτίζοντας στη θέση τους απίστευτα τερατουργήματα. Γιατί μέσα από τη συνύπαρξη των χθεσινών και των σημερινών κτιρίων, αλλά και αυτών που πρόκειται να έρθουν στο μέλλον, γράφεται η ιστορία της αρχιτεκτονικής μας παράδοσης, μιας παράδοσης που αποτελεί την αξιόπιστη καταγραφή της ιστορίας των ανθρώπινων βιωμάτων στον χώρο και θωρακίζει τη συλλογική μνήμη του λαού μας. 

Πολύτιμο κομμάτι της παγκόσμιας κληρονομιάς

Τα κτίρια του μοντέρνου κινήματος στη χώρα μας αποτελούν πολύτιμο κομμάτι της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και όχι στενά μόνο της ελληνικής. Είναι η σημαντική συνεισφορά των Ελλήνων αρχιτεκτόνων στη μεγάλη διεθνή παράδοση του αιώνα που πέρασε, ώστε να είμαστε σε θέση σήμερα να διακρίνουμε ομοιότητες ή διαφορές, όταν δηλαδή έχει μεσολαβήσει αρκετή χρονική απόσταση, ώστε να μάθουμε ποιες επιπτώσεις είχαν (αν είχαν) στις μεταγενέστερες εξελίξεις. Να διακρίνουμε, για παράδειγμα, πώς εφαρμόστηκαν στον τόπο μας οι αρχές του μοντερνισμού και πώς επέδρασαν οι ιδιομορφίες του ελληνικού τοπίου, οι κλιματικές συνθήκες, οι κατασκευαστικές δυνατότητες και τα υλικά δόμησης στη μοντέρνα ελληνική αρχιτεκτονική.
H διατήρηση του μοντέρνου κινήματος διεθνώς, και ειδικότερα εδώ στη χώρα μας, έχει ιδιαίτερη σημασία για ακόμη έναν λόγο, να μπορούν οι νεώτερες γενιές να το κρίνουν όχι μέσα από φωτογραφίες, σχέδια ή μακέτες που θα βλέπουν σε κάποιο μελλοντικό μουσείο αρχιτεκτονικής, αλλά κυρίως μέσα από τα ίδια τα κτίρια που θα τα επισκέπτονται και θα τα βιώνουν με όλες τους τις αισθήσεις. Αυτά τα εφαρμοσμένα παραδείγματα υπαίθριων διαμορφώσεων, κτιρίων ή οικιστικών συνόλων της σύγχρονης αρχιτεκτονικής μας ιστορίας αποτελούν τη σταθερή βάση πάνω στην οποία μπορεί να θεμελιωθεί η μελλοντική εξέλιξη των νέων Ελλήνων αρχιτεκτόνων.
Γιατί, όπως επισημαίνει εύστοχα ο Ernst Gombrich: «Κάθε γενιά απορρίπτει κάποια στιγμή τα κριτήρια των προγενεστέρων. Κάθε έργο τέχνης αρέσει στην εποχή του όχι μόνο για όσα πραγματώνει, αλλά και για όσα δεν πραγματώνει».
Το νέο, αν πραγματικά και ουσιαστικά είναι νέο, δεν μπορεί παρά να βασίζεται πάνω στα άξια έργα του παρελθόντος. Αυτό είναι που χρειάζεται και έχει ανάγκη ο νέος δημιουργός. Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή δημιουργία δίχως να υπάρχει μια υπόγεια (και όχι κατ' ανάγκη φανερή) συνέχεια, μια συνέχεια που να έχει τις ρίζες της βαθιά στην παράδοση του συγκεκριμένου τόπου, αλλά την ίδια στιγμή και στην άλλη, τη μεγάλη οικουμενική παράδοση των ιδεών. Των ιδεών που δεν γνωρίζουν σύνορα, γλώσσα, τόπο. 

Αυθαιρεσίες και κτίρια-τούρτες!

Τι μπορεί να πει κανείς όταν βλέπει πως το εργοστάσιο του ΦΙΞ, έργο του Τάκη Ζενέτου, έχει τεμαχιστεί από το ίδιο το κράτος, ο Ερυθρός Σταυρός του Ιωάννη Δεσποτόπουλου κατέρρευσε μέσα σε ένα λεπτό και εορτάζοντας μάλιστα το γεγονός, καθισμένοι αναπαυτικά μπροστά στις οθόνες των τηλεοράσεων, ή οι εργατικές πολυκατοικίες του Άρη Κωνσταντινίδη στη Φιλαδέλφεια απέκτησαν ξαφνικά στέγες;
Κατά τα άλλα, όμως, δεν μας ενοχλούν για παράδειγμα τα κτίρια-τούρτες στη Λεωφόρο Κηφισίας! Αυτά τα αποδεχόμαστε.
Αλλά και σήμερα, σημαντικά κτίρια μεγάλης αρχιτεκτονικής αξίας κινδυνεύουν από αυθαίρετες επεμβάσεις ή εργασίες «αποκατάστασης» που επιχειρούνται από τους αρμόδιους φορείς, τους οποίους δυστυχώς διόλου δεν απασχολεί κατά πώς φαίνεται η διασφάλιση της ακεραιότητας των έργων αυτών. Για παράδειγμα, το καταξιωμένο διεθνώς Μουσείο Ιωαννίνων (1965-66), κορυφαίο έργο του Άρη Κωνσταντινίδη, ή το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης (1960-62), του Πάτροκλου Καραντινού, που παρ' όλες τις διαμαρτυρίες ελληνικών και ξένων επιστημονικών φορέων, συνεχίζουν να καταστρέφονται στα πλαίσια του «εκσυγχρονισμού» των.
Εδώ δεν υπάρχουν άλλες λύσεις παρά μόνον ο χαρακτηρισμός των μουσείων αυτών ως διατηρητέα και η προσεκτική αποκατάστασή τους, με βάση τα αυθεντικά σχέδια!
Ας αναλογιστούμε τι θα συνέβαινε, για παράδειγμα, αν στα πλαίσια συντήρησης ενός ζωγραφικού πίνακα προσέθετε ο συντηρητής κατά το δοκούν δικές του αυθαίρετες πινελιές και χρώματα!
Ο Τάσης Παπαϊωάννου είναι αρχιτέκτων, αν. καθηγητής Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων του ΕΜΠ.
πηγή: http://www.tanea.gr/politismos/article/?aid=4321472&wordsinarticle=%CF%83%C